φωτο: από χρώσεις-αποχρώσεις και στιγμές

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

δός μου το Φώς,

 , να σου δώσω το χρώμα

 γίνε η Θάλασσα να γίνω εγώ το κύμα

γίνε ο σπόρος να σε ζεστάνει η ανάσα μου

γίνε ο Χρόνος να είμαι η αγκάλη του 

γίνε η Στεριά να χτίσω τα Όνειρα 

γιατί,
είσαι το Φώς και είμαι το Χρώμα σου.

φωτο: χθες, από το σπίτι και τη θάλασσα



Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

είμαι εδώ, είμαι εγώ

ολόγυρά μου φως
μα τ' άγγιγμά του δύσκολο.
το σκοτάδι ψηλαφίζοντας
φωνάζω τ' όνομά μου
λέω τον τόπο μου.

είμαι εδώ, 
και είμαι εγώ.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

θάνατος στα χρόνια της ευτέλειας


 Νάσε σίγουρη πως προτιμώ έναν θάνατο ένδοξο, σφραγίδα ενός ένδοξου έρωτα και ενός άδοξου ονείρου. έναν θάνατο Ύμνο. μα δεν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο γιατί δεν έχω τη δύναμη αυτή. η αργο-πορεία μου αυτή αργά-αργά κι αθόρυβα, και κρυφά από όλους σας, κρυφά και από την ψυχή μου με στέλνει στην αγκαλιά ενός άλλου θανάτου, ενός θανάτου ευτελούς. παραμονεύει από παντού, κάνει πως με αγκαλιάζει μα με πνίγει.σε πνίγει. και αφανώς περιπλανιέμαι μια μες στο θάνατο και μια μες στη ζωή. και είναι στιγμές που τον αποζητώ. καταφθάνει ορμητικός, το στήθος σφίγγει την καρδιά κι αυτή βαριανασαίνοντας δέχεται το δηλητήριο χωρίς αντίδοτο. Όχι δεν με κατηγορώ παρά για αυτή την ευτέλεια. Όλα μου τα μικρά ανομήματα έχουν συγχωρεθεί, το ξέρω. μα αυτό που καιροί για συγχώρεση. που καιροί για υψιπετή όνειρα.
Εγώ, ο των απείρων χείριστος.


Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

εξ' αδιαιρέτου

Γιατί κρυφές κι ανείπωτες οι τριβές των ανθρώπων μεταξύ τους; 
Αγγίγματα, σκουντήματα, συντρίμματα στο κύλισμά τους 
και σκοτεινιάζουν τα νερά, ρεύματα κι αντιρεύματα 
σπειροειδείς τροχιές, δίνες, αναφουσκώματα, χωνιά στροβιλισμών 
κι απάνω κάτω τα κορμιιά 
κοτρουβαλούν, χτυπιούνται και τσακίζονται. 
Κι όταν το Περιστέρι καταβαίνον ακράγγιξε τ' άγρια νερά της Πράξης 
αρπάχτηκε, μαδήθηκε σε ματωμένα ξέφτια και φτερά 
σέρνοντας και τον ξεσκισμένο ουρανό μαζί μες στις ρουφήκτρες 
και πού είναι ο ρούς, πού η οδός, πού ο κόσμος. 
Βύρων Λεοντάρης, Εκ Περάτων 

ημερολόγιο μάταιων πράξεων 
ανταριασμένη τετάρτη, σκοτεινιασμένο τ' απομεσήμερο, οργισμένος ουρανός. σε λίγο θάρθει η βροχή, κάποτε συνταξιδιώτης μου. πλημυρισμένες στο φως οι σταγόνες της ξέπλεναν τη σκόνη της ψυχής μου. μοιραζόμουν τα δώρα της με την τριγύρω πλάση, ευλογία να την πίνω, ανάταση να μην τη φοβάμαι. χέρι-χέρι με ταξίδευε ως της ψυχής τα τρίσβαθα, μ' άφηνε εκεί μέρες ολόκληρες, κυλούσαν οι μέρες η καθεμιά με τις δικές της αναλαμπές, η καθεμιά με τις απώλειές της. πια η βροχή δεν με ταξιδεύει, δεν ανακαλεί τις εικόνες που μ' έκαναν κάποτε να την ποθώ. με κρύβει κάτω από την ομπρέλα του φόβου μου, μου αποστερεί την ξέγνοιαστη βόλτα σε δρόμους, που τα χρώματά τους φωτίζουν με το επίπλαστο τις όψεις των ανθρώπων. μόνη μου ανάγκη το φως, ν'αντιστέκεται στις δίνες της κατάθλιψής μου. 

Τ' ασήμαντα, τα τιποτένια αυτά μονάχα σώζονται στο χρόνο 
αυτά έχουν ανάγκη οι άνθρωποι 
μ' αυτά παρηγοριούνται, όχι με τα άλλα. 
Βύρων Λεοντάρης, Celle qui fut 

για σήμερα το πρόγραμμα λέει ειρηνοδικείο, μετά συνέλευση. θα φορέσω το καλό μου πρόσωπο, αυτό που μου σύστησαν οι πραγματογνώμονες της ψυχής μου, θα συναντήσω κόσμο. συνάντηση αποξηραμένων ψυχών και παθιασμένα λόγια για φορμολισμένα όνειρα. αν μπορούσα να εικονίσω αυτή τη σκηνή, το χρώμα μου θάταν το κόκκινο του μαρασμού. να φέρνει λίγο στο καφέ και στο μαύρο, σαν των αποξηραμένων σκατών ένα πράμα. δεν θα μιλήσω, τίποτα δεν θα ρωτήσω, δεν περιμένω απαντήσεις. οι άνθρωποι σήμερα για τα τιποτένια πρέπει να ρωτούν, για τα τιποτένια ν' απαντάνε, τα τιποτένια διαχειρίζονται. κρύβονται από την ψυχή τους, φοβούνται το εξ αδιαιρέτου των ονείρων και των πόθων τους. 

συναντάω και ανθρώπους που φοράνε το δικό μου πρόσωπο. κρύβουν με αυτό την αλήθειά τους. πάνω του διαβάζεις πείνα, δίψα, ανεργία, φτώχεια, φόβο, απελπισία, παραίτηση. όλα όσα αποτελούν την καύσιμη ύλη για τις μηχανές της ταυτοποίησης, όλα όσα τα γρανάζια της ισοπέδωσης και της κανονικότητας αλέθουν. πούναι η ψυχή, πούναι το όραμα, πούναι ο ουρανός. τα τιποτένια έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, τα τιποτένια δίνουν δουλειά στους επίδοξους σωτήρες. με τα τιποτένια ξορκίζω κι εγώ το χτικιό μου, τα τιποτένια είναι το γιατροσόφι μου. το συνέστησαν οι πραγματογνώμονες της ψυχής μου. 

σαν αποτελειώσει η συνέλευση θα γυρίσω στη φυλακή μου. θα βάλω το καλό μου πρόσωπο στην κρεμάστρα και θα πάρω αγκαλιά τα γατιά. θα δανειστώ κάτι από την αθωότητά τους. και σαν με βαρεθούν θ' ανοίξω το απαγορευμένο γιατροσόφι, την οθόνη, να κρυφτώ μέσα της. 


τόχω ανάγκη να συναντάω ανθρώπους, να αφουγκράζομαι την αφασία τους, να βολτάρω στα μονοπάτια των αυταπατών τους, να εμπαίζω τις εμμονές τους, να προσποιούμαι ότι μαγεύομαι με τα συνθήματά τους. θέλω να συναντάω ανθρώπους πού οι δικές τους αλήθειες είναι παράλληλες με την αλήθεια της δικής μου ύπαρξης. θάθελα κάτι παραπάνω ν' αποτολμήσω: να καλέσω στην παρέα μας την ψυχή μου να τους μαρτυρήσει την αλήθεια: πως τίποτα από αυτά δεν με ενδιαφέρει, πως περιπαίζω τις αυταπάτες τους, πως σιχαίνομαι τα συνθήματά τους, πως όλα αυτά κατάντησαν το γιατροσόφι για να αποδράσω από τη φυλακή της κατάθλιψής μου. θα αποδεχθώ τη συνενοχή μου στο μαστίγωμα των μάταιων πράξεων τους,  στην εξύβριση του αειθαλούς των αυταπατών τους. 

στο οροπέδιο 
όλες οι τετάρτες γένηκαν άλλοθι ζωής. όλο και πιο ανηφορικοί οι δρόμοι, μα τίποτα πια δεν έχω να πω. όσο και να ματώσουν οι λέξεις, παγιδευμένες στα κιτάπια του νού, σε χαρτιά και σε κιλομπάϊτ, το κόκκινο του τριαντάφυλλου δεν θα το αγγίξουν ποτέ, τη μυρωδιά του αίματος δεν θα την οσφρηστούν. θα απομείνουν μετεωριζόμενες στο ημισφαίριο της ματαιότητας, περιμένοντας την έκρηξη μιας καινής γενεσιουργίας για να αποχτήσουν ξανά την κοινή αναπαράσταση. 

πορεύομαι, πότε σαν προμηθέας (τί καυχησιά !) και πότε σαν σίσυφος. ζαλωμένος με το σακί των μάταιων πράξεων που στον πάτο του κρύβονται τα σταθμά και τα μέτρα της αλυσιτελούς ύπαρξής μου. πεζοπορώ σ' ένα οροπέδιο με γυμνές πέτρες και καλά κρυμμένα μυστικά. έξω νύχτα και μόνο οι αναλαμπές από μικρές εκρήξεις μαρτυρούν το χώρο και τον χρόνο, συντεταγμένες της κάθε ύπαρξης. εκρήξεις οργής ενός εγκαταλειμμένου μεγαλείου που βλέπει το χρόνο να αποστερείται από τα έργα μου. γρήγορα σβήνουν οι αναλαμπές, χάνονται. σαν τα όνειρα εκείνα που ενώ θες να κρατήσουν κι' άλλο, να τα προλάβει το φως, να του μαρτυρήσουν τον πρωτομάστορα που τάπλασε, τους μαστούς που τα τάϊσαν.

ικαρία, αγ. ισίδωρος

πεζοπορώ πέτρα την πέτρα, αφουγκράζομαι τους ήχους από παληές πατημασιές, σκύβω στην πιο άτρωτη κι' αφήνω πάνω της το γλυπτό αποτύπωμά μου. ελπίζω πως κάποτε κάποιος θα διαβάσει την αλήθεια του κόσμου μου, το μετέωρο της ύπαρξής μου και το απόρθητο των απαντήσεων που δεν μπόρεσα ποτέ να ερμηνεύσω. 

είναι οι κάποτε ζωντανοί που βάδησαν πάνω σ' αυτές τις πέτρες, κουβαλώντας ο καθείς τον θάνατό του. και τότε μου αποκαλύπτεται πως είναι το διάβα τόσων θανάτων που έδοσαν σ' αυτές τις πέτρες την ιερότητα και την εντιμότητα που σμίλεψαν οι αιώνες. και, κάνοντας ακόμη μερικά βήματα-ίσα να απομαγευτώ από αυτή τη νεφέλη φωτός, ανακαλύπτω πως πέτρες είναι οι ίδιες μας οι πράξεις. πέτρες μεγάλες, πέτρες μικρές, πέτρες βουνό, πέτρες βράχοι ή κόκκοι άμμου. όποιο και αν έχουν μέγεθος, φορούν πάνω τους την ανεξίτηλη εντιμότητα, την πραότητα και τη σεμνότητα του χάους όπου κατοικούν. χούς εί και εις χούν απελεύσει

ημερολόγιο ευτελών πράξεων (Ι)
όλα καταλήγουν κάποτε στον θάνατο. και καθώς καταγίνομαι με το να μην τον σκέφτομαι, μετράω απώλειες. καταφεύγω στους πραγματογνώμονες της ψυχής να κοστολογήσουν την επισκευή στα φτερά που λαβώθηκαν από ένα καρκινικό κομμάτι της σάρκας μας που ενυπήρχε μέσα της αφότου γεννηθήκαμε, που δεν προειδοποίησε ποτέ για την ύπαρξή του, που δεν πρόδωσε ποτέ την παρουσία του. 

έγινε μόνιμο καταφύγιό μου η ευτέλεια. ο δρόμος δεν ήταν ούτε μακρύς ως εκεί, ούτε ανηφορικός. ο λόγος μου έμενε μισός, οι λέξεις παραμορφωμένες όσο αρκούσε για να σκουριάζει η ψυχή. ξέρω μόνον εγώ το γιατί όπως ξέρω τη ζωή μου σε κάθε της στιγμή, στην κάθε βιαστική της μέρα που τρέχει να συμπτυχθεί με τις προηγούμενες. μια ιερουργία απόσταξης του όλου χρόνου μου. ιερουργία που στο τέλος της θα εικονισθεί μ' ένα συν -συζητώ, συμπονώ, συνυπάρχω-ή ένα πλην=το σκαλισμένο αποτύπωμα του θανάτου πάνω στην πέτρα που κάποτε η δύναμη της άφεσης θα το σμιλέψει να γίνει συν

γυμνός στη συσίφεια αυτή διαδρομή, οργίζομαι που ζαλώθηκα με το φορτίο τόσων μάταιων πράξεων, θυμώνω για το ανυπολόγιστο του βάρους του. αποζητώ να φύγω από τους άνυδρους αυτούς τόπους, όπου ούτε ένα κλωνί, ούτε ένα πουλί δεν θέλησε ποτέ να κατοικήσει. αποζητώ να ζυγιαστώ στη ζωή, στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην ανυπαρξία και το θάνατο- μη επιλέγοντας το ο νεκρός δεδικαίωται. όσοι με τις μνήμες πορεύονται τον δύσκολο διαλέγουν δρόμο. 


και όπως καμμιά αρετή δεν είναι καμωμένη αμιγώς από ευγενή μέταλλα έτσι και κάθε μας σφάλμα δεν είναι παρά ένα μείγμα μιας μικρής δόσης ευγενούς μετάλλου και μιας μεγάλης δόσης άνθρακα. είναι η ίδια εκτροπή σαν αυτή που συναντάμε στα έργα πολλών δημιουργών: μια ευτέλεια απελευθερώνεται από τον χρωστήρα του καλλιτέχνη για να εισβάλλει στο αχανές της τελειότητας ενός πίνακα. και ποιός άλλος μπορεί να αποφανθεί για αυτή τη μείξη, για αυτή την εκτροπή παρά ετούτο το πανάρχαιο καντάρι του χρόνου, πιο αρχαίο και από εμάς, που εμπιστεύεται τη σοφία της σκουριάς του και μπορεί να διαγνώσει δίκαια την κάθε επιβουλή. είναι ο χρόνος που θα κρίνει την κάθε εκτροπή, την κάθε παράβλεψη, την κάθε αδυναμία, την κάθε ευτέλεια, την κάθε επιτήδευσή μας. 

λίθινη ισημερία 
μια φωτεινή μέρα ξημερώνει. μια εντολή να αποκτήσουν όλα τις διαστάσεις που τους εδόθησαν στους χρόνους του οικοδομείν. η γάτα γατζώνει τα νύχια της πάνω μου, με καλεί να βγούμε στο μπαλκόνι. την ακολουθώ μετρώντας τ' ανθισμένα της βεράντας. δεντρολίβανο, καλέντουλες, νυχτολούλουδο, γιασεμί. και ένα τριαντάφυλλο δαρμένο από τους καιρούς. σε λίγο θάρθουν κι οι μέλισσες για να μου θυμίσουν πως η ζωή είναι ποίηση και πως η ποίηση είναι η αλήθεια. 


κόκκινος ο ουρανός, κάθε στιγμή διαλέγει τα χρώματά της, το φώς ροκανίζει το μπόϊ της κάθε σκιάς. τόχουν οι σκιές, του κράτους τους η έπαρση πίσω από τα ψηλά τα τείχη να φωλιάζει. κάθε κομμάτι από φως χρωματισμένο από τις χαρμολύπες του προαιώνιου έρωτα. 

χαρμολύπες που δεν ζευγαρώνουν με το αν.
ζωή σε παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα χρόνο. 

σφικτά, δασιά τα δάκτυλα πλεγμένα
ένα το κορμί, σε μύριους πόθους αφημένο
του λώτ γυναίκα η μοναξιά 
μαρμαρωμένη, 
νερό αποζητά, πίσω στο χώμα να γυρίσει.

φόβος χωρίς τόπο 
κυριακή, δευτέρα, τρίτη και ..ξανά κυριακή. 
ξέρεις ότι Σε αγαπάω, 
μα ξέρω ότι φοβάσαι. 

όμως θυμήθηκα το αντίδοτο:
... το αντίβαρο εκείνο το σωστό που ο φόβος να πάψει να είναι φρένο αλλά το τσίγκλισμα για δημιουργία...

για να αποκτήσουν κάποτε οι λέξεις κοινή αναπαράσταση στα μάτια της ψυχής μας.

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Αγάπης μονόλογος


στον Έρωτα

το μπρός ή πίσω δεν μ' αρκεί, παινέψω τα σαν λείψουν
ευλαβικά σκύβω στις ρίζες σου που ξέχωσαν τα χρόνια
μέχρι να φθάσεις ως εκεί που το Μαζί κυριεύει 
τις ατραπούς της διαδρομής που οι πόθοι εστενέψαν. 

έχω την έγνοια μου για σε, ποτέ δεν αλλαργεύω
πότε σου γνέθω τα φτερά και πότε μου μαθαίνεις
τα όνειρα μικρών παιδιών πως πλάθεις, πως λαξεύεις
τα μυστικά που σούπανε οι μάγισσες στις όχθες.

στέκω σιμά σου ασάλευτη στην κάθε αποκοτιά σου
να βρίσκομαι σε πόλεμο με ό,τι σε πληγώνει
με όσους σ' είπαν άστατο, και όσους σ' είχαν ταίρι
τη λησμονιά να συγχωρώ σαν θέλουν να ξεχνάνε.

καλομιλώ στον άνεμο σιμά του να σε παίρνει
μες στα λιβάδια νάβρεις φως, πάνω στ' αστέρια πόθους
στο κρύο μ' αναφιλητά ζεσταίνω το κορμί σου
παρακαλώ την άνοιξη να σ'εχει ψυχοπαίδι.

Αγάπη είναι το πρώτα Εσύ δικό σου τ' όνομά μου
σ' έχω παιδί μονάκριβο και λόγο που υπάρχω.

Γκαστρωμένο από φως μήνα εύχομαι.

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

πού πάει ο θυμός...


που πάει ο θυμός σαν φεύγει ;

πάει στα κατάβαθα της ψυχής
να συναντήσει την Αγάπη 
να του μιλήσει για τον Έρωτα.

Έρωτα θάβρεις στην οργή
Έρωτα και στη ζήλεια
Έρωτα στο φθηνό κρασί
Έρωτα και στην έγνοια
Έρωτα στο ξεμάκρεμα
Έρωτα και στον πόνο.

ν' αφουγκραστείς το πέταγμα
που λαχταρά η ψυχή σου
ν' ανατριχιάζεις στο κορμί
δειλά σαν γυροφέρνει
το χέρι που απλώθηκε
σφικτά να αγκαλιάσει
τη Μούσα που επόθησες
μαζί της να πετάξεις.


καρτέρα με υπομονή
στον πόνο ρίξε αλάτι.


Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Απουσία


γύρω μου το κάθε τί
μιλά για τον κόσμο που νοσταλγώ.

γύρω μου το κάθε τί
στροβιλίζεται γυρεύοντας ένα επίκεντρο 
γυρεύοντας Εσένα. 


στα πρόσωπα των ανθρώπων 
διαβάζω το πένθος μου,
στις χαρακιές του προσώπου μου
λύπες και χαρές που δεν ταίριαξαν
σ' ένα πάντρεμα που το λένε Ζωή.

χώρια η μια από την άλλη 
χώρια Εσύ κι εγώ.


ο κόσμος μου όλος ρημαδιό 
και ό,τι απέμεινε 
είναι για να φωτίζει την Απουσία σου. 



φωτο από το χωριό

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

η παρτίδα

πάνω εδώ ας ζυγιαστούμε
στην γενναιοδωρία της ολιγάρκειας
και στην πνευματικότητα που θα διαφυλαχθεί
σε τιμαλφή και τάλαντα πολύτιμα...


καφενείο Πανελλήνιον

εκεί που σμίγουν
εκπεσόντες και αποποιούμενοι
των χαρισμάτων και επιχρισμάτων τους.


Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

πρωτομαγιές σε καιρούς δοκιμασίας


πως η ζωή κράτησε τις μνήμες 
πως οι μνήμες κράτησαν τη ζωή... 

Κατέβηκα στο χωριό αυτές τις μέρες, δουλειές στον κήπο, πάρε δόσε με τη φύση, δώρα από τον αυτοδιαχειριζόμενο κήπο, τα μυρίπνοα άνθη, τα δέντρα, τα πουλιά και ειδικά την οικογένεια της κυρα-Κοτσυφίνας. 

Γεννήτορας πολλών θαυμάτων εκτός και εντός μας τούτος ο καιρός. πλησιάζει και η μέρα των ρουσαλιών, αντάμωμα ζώντων και τεθνεότων, σμίξιμο χρόνων που πέρασαν και χρόνων που μας διαφεντεύουν. 


Ήταν γιορτή ο μάης και ο ιούνης. κι ας μας έβγαινε το λάδι στα χωράφια και στ' αμπέλια. φυτέματα, ραντίσματα, θειαφίσματα, ποτίσματα, σκαλίσματα, ξεβοτανίσματα. χάδι και ζεστή ματιά ζητά το κάθε κλαρί να καρποφορήσει, καρτέρεμα η πολυτίμητη εισφορά στην κοινή προκοπή. 


δεν ξαναγράφεται ο χρόνος που, για κάποιο λόγο μυστικό 
και από εμάς τους ίδιους, δεν αγγίζουμε τις πληγές του. 
βρίσκουμε έτσι καταφύγιο στη βεβαιότητα της δικής μας αλήθειας,  
μια βεβαιότητα που μας δίδαξε ο χρόνος της μέλλουσας ανυπαρξίας μας.
γιατί στο βάθος της πίστης μας φωλιάζει αυτός σαν δικός μας χρόνος, 

Τις πρωτομαγιές τις μάθαμε σαν γιορτή του φωτός. δεν έφταναν σ' εμάς κείνα τα χρόνια τα όψιμα μηνύματα της πρωτομαγιάς, μα κι αν έφταναν ο κόσμος είχε άλλες έγνοιες και πολλά βάσανα. 

Εικόνα της γιορτής οι μαγιοπούλες. ολημερίς μεθούσαν από το φώς του ήλιου και σαν βράδυαζε το έκλειναν σφικτά στην αγκαλιά τους μην και η νύχτα το σπαταλήσει. άφθονες στους κήπους, στις γράνες, στα χωράφια. γροσουζιά για όποιο σπίτι δεν τις είχε στην αυλή του έλεγε η μάνα. 

Τα κορίτσια του χωριού τις μαδούσαν ασταμάτητα, μ' αγαπάει, δεν μ' αγαπάεικαι η απάντηση πάντα η ίδια. Και μια και δυό και χίλιες φορές. για τα φτωχότερα παιδιά ήταν υλικό πολύτιμο για το μεροκάματο: μια βελόνα, κλωστή από την κουβαρίστρα, ένα σταφιλοκάλαθο με κομμένα άνθη εξασφάλιζαν γύρω στα τριάντα στεφάνια. έμενε να βρεθούν οι πελάτες που θα αγόραζαν τα φτωχικά τα φτηνά μας εργόχειρα. η δουλειά άρχιζε από το απόγευμα της παραμονής. η συλλογή λίγο μετά το μεσημέρι και μετά το πλέξμο. όλα έπρεπε να έχουν τελειώσει πριν το δειλινό μιας και οι ανθοί θάκλειναν τα πέταλά τους. ολοζώντανοι, ένοιωθαν τη μέρα και το δειλινό, τη νύχτα και το χάραμα. ένοιωθαν και τον δικό μας βάσανο και συμμερίζονταν την ανάγκη μας για λίγα λεφτά.


Σαν τελείωνε το πλέξιμο βγαίναμε στο δρόμο και τη στήναμε στα αυτοκίνητα δείχνοντας την πραμάτεια μας. λιγοστοί τότε οι οδηγοί, οι περισσότεροι από τη μεγάλη πόλη. περνούσαν και κάποιοι με zundapp και floretta που πρόθυμα αγόραζαν το ψιμύθι για το καμάρι τους. ήταν αρκετοί αυτοί που σταματούσαν και ψώνιζαν, μία δραχμή το σκέτο στεφάνι, ένα δίφραγκο τα μυρωδάτα με μαγιοπούλες και τριαντάφυλλο ή κλαρί ανθισμένης πορτοκαλιάς. η σοδειά πότε δέκα πέντε, πότε είκοσι και πότε τριάντα δραχμές, ένα κανονικό μεροκάματο δηλαδή. πανηγύρια στο σπίτι αν ξεπερνούσαμε τις είκοσι. μπράβο και του χρόνου μας έλεγε η μάνα. μα εμείς και την επόμενη μέρα πάλι στους δρόμους, να συμπληρωθεί το μεροκάματα σαν είχε βγεί λειψό. η άλλη μέρα ήταν η γιορτή του αηθανάση και είχε πανηγυράκι στο μοναστήρι έξω από το χωριό. τη στήναμε στον χωματόδρομο που οδηγούσε κατακεί. 


Οι μαγιοπούλες, το ταπεινό αυτό λουλούδι έδινε μεροκάματο ακόμη και σε παιδιά 5 και έξι χρονών. φώς που έμμελε να μη σβήσει ποτέ από τη μνήμη τους. 

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ανάσταση

η λήθη της συγχώρεσης
ένα ταξίδι στην άκρη της ζωής
η φεγγοβολιά στο κάθε μας βήμα  
ένα φιλί
ένα αγκάλιασμα
κι ένας έρωτας που το αίμα της ψυχής 
μεταλαβιά θα ονοματίσει.



Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

φώς

ή ό,τι θάθελα μαζί σου να μοιράζομαι

την αφή της λάμψης των νοημάτων 

την απεραντοσύνη του κόσμου σε μια σπιθαμή γής


 την ταπεινότητα που ζητιανεύει την ομορφιά

την απανεμιά των άφθαρτων υποσχέσεων


τη λατρεία του κόσμου που μας γέννησε

γιατί ό,τι δεν μοιράζεται μαραζώνει.


(φωτο: αμμόλοφοι και θάλασσα στου Λίτζι, κοτσυφοφωλιά στο σπίτι, μη-με λησμόνει στον κήπο, χωράφι στην Κουλούμισα)

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

η αγία προστακτική


δόσε μου
ολάκερη τη ζωή μου να θερίσεις

άγγιξέ με,
ο ήλιος μες στα μάτια μου να ζεσταθεί 

πάρε με,
στα κρύφια του σώμτός σου να χαθώ

πίστεψε,
τη δύναμη τ' ανέμου σου να ρουφήξω

αγάπα με,
πιότερο να σ' αγαπήσω ποθώ.