φωτο: από χρώσεις-αποχρώσεις και στιγμές

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

πού πάει ο θυμός...


που πάει ο θυμός σαν φεύγει ;

πάει στα κατάβαθα της ψυχής
να συναντήσει την Αγάπη 
να του μιλήσει για τον Έρωτα.

Έρωτα θάβρεις στην οργή
Έρωτα και στη ζήλεια
Έρωτα στο φθηνό κρασί
Έρωτα και στην έγνοια
Έρωτα στο ξεμάκρεμα
Έρωτα και στον πόνο.

ν' αφουγκραστείς το πέταγμα
που λαχταρά η ψυχή σου
ν' ανατριχιάζεις στο κορμί
δειλά σαν γυροφέρνει
το χέρι που απλώθηκε
σφικτά να αγκαλιάσει
τη Μούσα που επόθησες
μαζί της να πετάξεις.


καρτέρα με υπομονή
στον πόνο ρίξε αλάτι.


Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Απουσία


γύρω μου το κάθε τί
μιλά για τον κόσμο που νοσταλγώ.

γύρω μου το κάθε τί
στροβιλίζεται γυρεύοντας ένα επίκεντρο 
γυρεύοντας Εσένα. 


στα πρόσωπα των ανθρώπων 
διαβάζω το πένθος μου,
στις χαρακιές του προσώπου μου
λύπες και χαρές που δεν ταίριαξαν
σ' ένα πάντρεμα που το λένε Ζωή.

χώρια η μια από την άλλη 
χώρια Εσύ κι εγώ.


ο κόσμος μου όλος ρημαδιό 
και ό,τι απέμεινε 
είναι για να φωτίζει την Απουσία σου. 



φωτο από το χωριό

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

η παρτίδα

πάνω εδώ ας ζυγιαστούμε
στην γενναιοδωρία της ολιγάρκειας
και στην πνευματικότητα που θα διαφυλαχθεί
σε τιμαλφή και τάλαντα πολύτιμα...


καφενείο Πανελλήνιον

εκεί που σμίγουν
εκπεσόντες και αποποιούμενοι
των χαρισμάτων και επιχρισμάτων τους.


Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

πρωτομαγιές σε καιρούς δοκιμασίας


πως η ζωή κράτησε τις μνήμες 
πως οι μνήμες κράτησαν τη ζωή... 

Κατέβηκα στο χωριό αυτές τις μέρες, δουλειές στον κήπο, πάρε δόσε με τη φύση, δώρα από τον αυτοδιαχειριζόμενο κήπο, τα μυρίπνοα άνθη, τα δέντρα, τα πουλιά και ειδικά την οικογένεια της κυρα-Κοτσυφίνας. 

Γεννήτορας πολλών θαυμάτων εκτός και εντός μας τούτος ο καιρός. πλησιάζει και η μέρα των ρουσαλιών, αντάμωμα ζώντων και τεθνεότων, σμίξιμο χρόνων που πέρασαν και χρόνων που μας διαφεντεύουν. 


Ήταν γιορτή ο μάης και ο ιούνης. κι ας μας έβγαινε το λάδι στα χωράφια και στ' αμπέλια. φυτέματα, ραντίσματα, θειαφίσματα, ποτίσματα, σκαλίσματα, ξεβοτανίσματα. χάδι και ζεστή ματιά ζητά το κάθε κλαρί να καρποφορήσει, καρτέρεμα η πολυτίμητη εισφορά στην κοινή προκοπή. 


δεν ξαναγράφεται ο χρόνος που, για κάποιο λόγο μυστικό 
και από εμάς τους ίδιους, δεν αγγίζουμε τις πληγές του. 
βρίσκουμε έτσι καταφύγιο στη βεβαιότητα της δικής μας αλήθειας,  
μια βεβαιότητα που μας δίδαξε ο χρόνος της μέλλουσας ανυπαρξίας μας.
γιατί στο βάθος της πίστης μας φωλιάζει αυτός σαν δικός μας χρόνος, 

Τις πρωτομαγιές τις μάθαμε σαν γιορτή του φωτός. δεν έφταναν σ' εμάς κείνα τα χρόνια τα όψιμα μηνύματα της πρωτομαγιάς, μα κι αν έφταναν ο κόσμος είχε άλλες έγνοιες και πολλά βάσανα. 

Εικόνα της γιορτής οι μαγιοπούλες. ολημερίς μεθούσαν από το φώς του ήλιου και σαν βράδυαζε το έκλειναν σφικτά στην αγκαλιά τους μην και η νύχτα το σπαταλήσει. άφθονες στους κήπους, στις γράνες, στα χωράφια. γροσουζιά για όποιο σπίτι δεν τις είχε στην αυλή του έλεγε η μάνα. 

Τα κορίτσια του χωριού τις μαδούσαν ασταμάτητα, μ' αγαπάει, δεν μ' αγαπάεικαι η απάντηση πάντα η ίδια. Και μια και δυό και χίλιες φορές. για τα φτωχότερα παιδιά ήταν υλικό πολύτιμο για το μεροκάματο: μια βελόνα, κλωστή από την κουβαρίστρα, ένα σταφιλοκάλαθο με κομμένα άνθη εξασφάλιζαν γύρω στα τριάντα στεφάνια. έμενε να βρεθούν οι πελάτες που θα αγόραζαν τα φτωχικά τα φτηνά μας εργόχειρα. η δουλειά άρχιζε από το απόγευμα της παραμονής. η συλλογή λίγο μετά το μεσημέρι και μετά το πλέξμο. όλα έπρεπε να έχουν τελειώσει πριν το δειλινό μιας και οι ανθοί θάκλειναν τα πέταλά τους. ολοζώντανοι, ένοιωθαν τη μέρα και το δειλινό, τη νύχτα και το χάραμα. ένοιωθαν και τον δικό μας βάσανο και συμμερίζονταν την ανάγκη μας για λίγα λεφτά.


Σαν τελείωνε το πλέξιμο βγαίναμε στο δρόμο και τη στήναμε στα αυτοκίνητα δείχνοντας την πραμάτεια μας. λιγοστοί τότε οι οδηγοί, οι περισσότεροι από τη μεγάλη πόλη. περνούσαν και κάποιοι με zundapp και floretta που πρόθυμα αγόραζαν το ψιμύθι για το καμάρι τους. ήταν αρκετοί αυτοί που σταματούσαν και ψώνιζαν, μία δραχμή το σκέτο στεφάνι, ένα δίφραγκο τα μυρωδάτα με μαγιοπούλες και τριαντάφυλλο ή κλαρί ανθισμένης πορτοκαλιάς. η σοδειά πότε δέκα πέντε, πότε είκοσι και πότε τριάντα δραχμές, ένα κανονικό μεροκάματο δηλαδή. πανηγύρια στο σπίτι αν ξεπερνούσαμε τις είκοσι. μπράβο και του χρόνου μας έλεγε η μάνα. μα εμείς και την επόμενη μέρα πάλι στους δρόμους, να συμπληρωθεί το μεροκάματα σαν είχε βγεί λειψό. η άλλη μέρα ήταν η γιορτή του αηθανάση και είχε πανηγυράκι στο μοναστήρι έξω από το χωριό. τη στήναμε στον χωματόδρομο που οδηγούσε κατακεί. 


Οι μαγιοπούλες, το ταπεινό αυτό λουλούδι έδινε μεροκάματο ακόμη και σε παιδιά 5 και έξι χρονών. φώς που έμμελε να μη σβήσει ποτέ από τη μνήμη τους. 

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ανάσταση

η λήθη της συγχώρεσης
ένα ταξίδι στην άκρη της ζωής
η φεγγοβολιά στο κάθε μας βήμα  
ένα φιλί
ένα αγκάλιασμα
κι ένας έρωτας που το αίμα της ψυχής 
μεταλαβιά θα ονοματίσει.



Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

φώς

ή ό,τι θάθελα μαζί σου να μοιράζομαι

την αφή της λάμψης των νοημάτων 

την απεραντοσύνη του κόσμου σε μια σπιθαμή γής


 την ταπεινότητα που ζητιανεύει την ομορφιά

την απανεμιά των άφθαρτων υποσχέσεων


τη λατρεία του κόσμου που μας γέννησε

γιατί ό,τι δεν μοιράζεται μαραζώνει.


(φωτο: αμμόλοφοι και θάλασσα στου Λίτζι, κοτσυφοφωλιά στο σπίτι, μη-με λησμόνει στον κήπο, χωράφι στην Κουλούμισα)

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

η αγία προστακτική


δόσε μου
ολάκερη τη ζωή μου να θερίσεις

άγγιξέ με,
ο ήλιος μες στα μάτια μου να ζεσταθεί 

πάρε με,
στα κρύφια του σώμτός σου να χαθώ

πίστεψε,
τη δύναμη τ' ανέμου σου να ρουφήξω

αγάπα με,
πιότερο να σ' αγαπήσω ποθώ.


Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Πρόσκληση


Αναμεταξύ τους ξένοι οι σταυροί μας,
πάνω τους καρφώθηκαν οι αλήθειες του καθενός, 
ειπωμένες και ανομολόγητες,
στεφανωμένοι από ξενύχτια και εφιάλτες,
κι από ρυτίδες που η έγνοια χάραξε
και η αγωνία, για τα αναπάντητα γιατί.

αμόλυντες ζωές που λαχταρούν να σμίξουν 
να πλανηθούν στα σκιερά τα μονοπάτια, 
να ξομολογηθούν στα πουλιά τους φόβους τους,
και στους αγγέλους τους 
το πως από τη στέρφα γη δραπέτευσαν.

Ύμνος η ζωή σαν (ξανα)σμίγει.
κι ευλογημένος ο ένας ο σταυρός,
και η ζωή που στ' όνομά του βαφτίστηκε.

δες πάλι,
πόση η έχθρα μου
για τον χωριστό σταυρό που προμηνύει θάνατο
αυτόν που πολλές φορές λύτρωση εφώναξα.

κι αν οι λέξεις μου είναι φτωχές
είναι γιατί η πηγή τους στερεύει.

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ας ήξερα


λίγο νερό
μια σου μια ματιά φτάνει να κρατηθώ.

εσύ ξέρεις, ποθώ να ξέρεις,
πως κάθε λουλούδι του κόσμου είσαι εσύ
πως κάθε της βροχής σταγόνα είσαι εσύ
εσύ το κάθε αστέρι του ουρανού
το φεγγάρι και ο ήλιος μου εσύ.

όμως δες,
πως το "μακρυά" το χρώμα μου θολώνει. 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

κάθε λέξη, όλες οι λέξεις, Εσύ



πόθοςελένη δρόμοςελένη φώςελένη έρωταςελένη ουρανόςελένη κρασίελένη αλήθειαελένη πίστηελένη πέλαγοςελένη πέφτωελένη κήποςελένη δέντροελένη  καληνύχταελένη αγκαλιάελένη ήλιοςελένη χάδιελένη χέριαελένη χθεςελένη μαζίελένη χιόνιελένη ανεβαίνωελένη ποτάμιελένη κορμίελένη πέτραελένη νερόελένη ψυχήελένη κύμαελένη πένθοςελένη δέοςελένη χαράελένη καταράχτηςελένη πονάωελένη βιβλίοελένη λαχτάρησαελένη φωνήελένη ξύλαελένη καρδιάελένη φεγγάριελένη ζωήελένηπέταγμαελένη τραγούδιελένη πατρίδαελένη νόστοςελένη ποίημαελένη παρηγοριάελένη μάναελένη ικεσίαελένη  σύνεφοελένη  ευχαριστώελένη  νούςελένη  εκδρομήελένη  χθεςελένη  μαζίελένη
πόθοςελένη δρόμοςελένη φώςελένη έρωταςελένη ουρανόςελένη κρασίελένη αλήθειαελένη πίστηελένη πέλαγοςελένη πέφτωελένη κήποςελένη δέντροελένη  καληνύχταελένη αγκαλιάελένη ήλιοςελένη χάδιελένη χέριαελένη χθεςελένη χιόνιελένη ανεβαίνωελένη ποτάμιελένη κορμίελένη πέτραελένη νερόελένη ψυχήελένη κύμαελένη πένθοςελένη δέοςελένη χαράελένη καταράχτηςελένη πονάωελένη βιβλίοελένη λαχτάρησαελένη φωνήελένη ξύλαελένη καρδιάελένη φεγγάριελένη ζωήελένη πέταγμαελένη τραγούδιελένη πατρίδαελένη νόστοςελένη ποίημαελένη παρηγοριάελένη μάναελένη ικεσίαελένη σύνεφοελένη ευχαριστώελένη νούςελένη εκδρομήελένη χθεςελένη μαζίελένη φοβάμαιελένη ομίχληελένη σκόνηελένη ντρέπομαιελένη γέναελένη χειμώναςελένη επιστροφήελένη αγρύπνιαελένη όνειραελένη καρπόςελένη λουλούδιελένη χωριόελένη τέλοςελένη αρχήελένη δέομαιελένη αραξοβόλιελένη παιδίελένη θύμησηελένη πάνταελένη θέροςελένη σώμαελένη αφήελένη χρώμαελένη αμαρτίαελένη στιγμήελένη τσιγάροελένη φευγιόελένη ταξίδιελένη θάλασσαελένη αίμαελένη θείονελένη ανατολήελένη άμμοςελένηη βουνόελένη κήποςελένη οδηγώελένη αύριοελένη διαβάζωελένη βλέπωελένη σπίτιελένη  φωτιάελένη άγνοιαελένη καπνόςελένη αστέριαελένη γραφήελένη καθρέφτηςελένη δάκρυελένη ποτέελένη μαναξιάελένη ουρλιαχτόελένη κατέβηκαελένη δροσιάελένη θρύψαλλαελένη  όνομαελένη χώμαελένη χρόνοςελένη απουσίαελένη νούςελένη χινόπωροελένη κούρασηελένη απόστασηελένη  λάθοςελένη σιωπήελένη λυγμόςελένη αγάπηελένη τάξιμοελένη καλημέραελένη καταχνιάελένη κύλαελένη λευτεριάελένη βόλταελένη κεράσιαελένη κάποτεελένη άνοιξηελένη βράδυελένη σούρουποελένη ανατριχίλαελένη πανηγύριελένη άνοιξεελένη ποτέελένη αντίστασηελένη αναστενάζωελένη βήμαελένη δείλιελένη διαδρομέςελένη πλαγιάελένη στεριάελένη φταίξιμοελένη αέραςελένη πλοίοελένη παιδίελένη χορόςελένη πάγοςελένη όχθηελένη θαύμαελένη σιωπήελένη ντροπήελένη άνεμοςελένη συνάντησηελένη μάηςελένη περιβόλιελένη βοριάςελένη άλμαελένη δικιάμουελένη σκιάελένη φράχτηςελένη φυλαχτόελένη  άνοιξηελένη  ερημιάελένη  θέλωελένη θυμόςελένη  μαγείαελένη λαχτάραελένη χαμόγελοελένη έγνοιαελένη  αχελένη τάξιμοελένη γιατίελένη πότεελένη μοιράζομαιελένη τίποταελένη ίσωςελένη πωςελένη μπορώελένη όρκοςελένη λευτεριάελένη ψυχήελένη θυμάμαιελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη σ'αγαπώελένη   σ'αγαπώελένη   σ'αγαπώελένη   σ'αγαπώελένη  σ'αγαπώελένη  σ'αγαπώελένη 


σ'αγαπώωωωελένη  

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

το δικό μου δέντρο


το δικό μου δέντρο δεν είναι της μιας γιορτής παιδί. γένα είναι της άνοιξης, ξανά του φθινοπώρου και με τα δάκρυά του ζωγραφίζεται η μελαγχολία της κυριακής. είναι του καλοκαιριού παιδί ταμένο ν' αγναντεύει μονοπάτια αθανασίας πέρα από τους ορίζοντες των ωκεανών και τα χαράματα να αποχαιρετά ένα ένα τ' αστέρια. Είναι και του χειμώνα παιδί και με τ' αγριεμένα κύματα θέλει να παλεύει. 

το δικό μου δέντρο δεν έχει λαμπιόνια, ούτε χάρτινες φάτνες, χρυσές κορδέλες και κάρτες ευχών. Η αγκαλιά του είναι η φάτνη του, αστέρι το φως των ματιών του, στολίδια τα ταξίδια της ψυχής του, τραγούδι ο σιωπηλός πόθος του για τον έρωτα. 

το δικό μου δέντρο είναι ριζωμένο στην πλαγιά, αντίκρυ από το παράθυρο που δείχνει το δρόμο για τη βουνοκορφή. τα κλαριά του παίρνουν το χρώμα του έρωτά μας, και το τραγούδι του, πότε χαρούμενο και πότε λυπητερό, σαγηνεύει την πλάση ολάκερη. 

το δικό μου δέντρο ψηλώνει, ριζώνοντας πιότερο στα πετρωμένα χώματα της ψυχής μου. το δικό μου δέντρο πίνει νερό απ' την πηγή που κάθε στιγμή ξεστομίζει...

...Γιατί δίχως να έχω να πω τίποτε άλλο, σ' αγαπώ. 

το δικό μου είναι ένας Ανθρωπος με την κάθε του στιγμή

το δικό μου δέντρο είσαι ΕΣΥ. 

υγ.
Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς 
Και θα με βρείς
είτε σαν άστρο 
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ' άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
κι οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
μασάν χρυσόσκονη, πηδάνε τα ποτάμια.
Και περιμένουν 
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
να πέσουν μεσ' στον ύπνο σου,
να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου,
να σε ξυπνήσουν και να δεις απ' το παραθυρό σου
το προσωπό μου φωτεινό 
να σχηματίζει αστερισμό
να σου χαμογελάει
και να σου ψιθυρίζει
Σ' αγαπώ
Μάνος Χατζιδάκις

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

καληνύχτα

 δεν είν' οι λέξεις ξόβεργα πουλιά για να λαβώνουν 
μα κάθε λέξη ιερή, διπλά βασανισμένη 
κρύβει βαθειά της σπαραγμό, πτώση, χαρά και λύπη. 
μα το καλό και το κακό δυό είναι που το γνέθουν 
μαζί τις εσμιλέψαμε βουβοί μες στο σκοτάδι 
μαζί τις βάλαμε σιμά,σιμά να συγκριθούνε. 

ποιός τη σαϊτιά πετά και ποιός τραβά το χτένι 
ποτέ δεν το λογίζομαι, είναι μεγάλη πλάνη. 

μιλάς για πόνο για χαρά για μπόί και για φτήνεια. 

διάλεξε πρώτη τις καλές, τις άλλες χάρισέ μου 
μάγισες να γίνουνε τα μάγια μας να λύσουν 
γιατί από τούτο το κακό πιότερο δεν ξανάδα. 

και σύ ψηλά βασίλισσα κι εγώ μες στα σκοτάδια 
άκου ξανά το σπαραγμό που στέλνει η ψυχή μου 
βιβλίο πούμειν' ανοιχτό ποτέ μην το λογίζεις. 

και είναι τούτη η χαρά...
 ….πρώτη φορά σ' αντάμωσα μετ' από τόσα χρόνια. 

καληνύχτα.